λυχνία

ἡ λυχνία светильня; подсвечник

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "λυχνία" в других словарях:

  • λυχνία — λυχνίᾱ , λυχνία lampstand fem nom/voc/acc dual λυχνίᾱ , λυχνία lampstand fem nom/voc sg (attic doric aeolic) λυχνίᾱ , λυχνίας masc nom/voc/acc dual λυχνίας masc voc sg λυχνίᾱ , λυχνίας masc voc sg (attic) λυχνίᾱ , λυχνίας masc gen sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυχνία — η 1) см. επτάφωτος (επτάφωτη λυχνία); 2) светильник, лампа, лампада; ΦΡ. ακοίμητη λυχνία неугасимая лампада Этим. дргр. < λύχνος< инд. leuk «светлый, светящийся» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λυχνίᾳ — λυχνίᾱͅ , λυχνία lampstand fem dat sg (attic doric aeolic) λυχνίαι , λυχνίας masc nom/voc pl λυχνίᾱͅ , λυχνίας masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυχνία — η (AM λυχνία) [λύχνος] νεοελλ. κάθε συσκευή που παράγει φως με καύση ρευστών υλών ή αερίων ή με ηλεκτρικό ρεύμα μσν. λύχνος, λυχνάρι μσν. αρχ. λυχνοστάτης …   Dictionary of Greek

  • λυχνία — η συσκευή που δίνει φως και λειτουργεί με λάδι, πετρέλαιο, ηλεκτρικό ρεύμα ή άλλα μέσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λύχνια — λύχνιον lamp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκκένωσης αερίου, λυχνία — Ηλεκτρονική λυχνία στην οποία η παρουσία μορίων αερίου επηρεάζει σημαντικά τα χαρακτηριστικά της λυχνίας. Κανονικά ένα αέριο δεν είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού· αν εφαρμοστεί όμως σε αυτό ένα αρκετά ισχυρό ηλεκτρικό πεδίο, δημιουργείται… …   Dictionary of Greek

  • θερμιονική λυχνία — Γενικός όρος με τον οποίο υποδηλώνονται ηλεκτρονικές διατάξεις που χρησιμοποιούνται ως ανορθώτριες, φωράτριες, ταλαντώτριες και ενισχύτριες ηλεκτρικών ρευμάτων. Η λειτουργία της θ.λ. βασίζεται στο θερμιονικό φαινόμενο (βλ. λ. θερμοηλεκτρονικό ή… …   Dictionary of Greek

  • επτάφωτη λυχνία — Βιβλικός όρος. Λυχνία που άναβε μπροστά στη σκηνή του μαρτυρίου των ιουδαϊκών ναών. Είναι γνωστή στα εβραϊκά ως μενόρα. Η ε.λ. του ναού των Ιεροσολύμων ήταν κατασκευασμένη από καθαρό χρυσό. Στον κορμό της προέβαλλαν τρία κλαδιά του ίδιου ύψους με …   Dictionary of Greek

  • λυχνίας — λυχνίᾱς , λυχνία lampstand fem acc pl λυχνίᾱς , λυχνία lampstand fem gen sg (attic doric aeolic) λυχνίᾱς , λυχνίας masc acc pl λυχνίᾱς , λυχνίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυχνίαι — λυχνίᾱͅ , λυχνία lampstand fem dat sg (attic doric aeolic) λυχνίας masc nom/voc pl λυχνίᾱͅ , λυχνίας masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.